Ξεπερνώντας τα όρια – Ένα πρελούδιο για τη 2η σεζόν

CrossingLines1

Στο παρόν άρθρο θα κάνω μία -όσο το δυνατό μπορεί να είναι- σύντομη εξιστόρηση των βασικότερων γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά το παρελθόν στις περιοχές οι οποίες, όπως διαφαίνεται, θα αποτελέσουν το θέατρο για τα δρώμενα της 2ης σεζόν του Living Story. Να επισημάνω και να υπογραμμίσω πως όσα θα αναφέρω εδώ αποτελούν γνωστά και καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα, παρμένα αυτολεξί από τα παμπάλαια και αξιόπιστα αρχεία των Durmand Priory.

gw158Όλες οι ημερομηνίες είναι κατά το Mouvelian Calendar, το επίσημο ημερολόγιο της Tyria.


White Mantle & Shining Blade

Το ταξίδι μας ξεκινάει λοιπόν το έτος 1072 ΑΕ, με έναν Saul_D'Alessioάνθρωπο που ονομαζόταν Saul D’Alessio. Η συνάντησή του με μία φυλή μαγικών πλασμάτων, τους Mursaat, άλλαξε τη ζωή του από τη μία στιγμή στην άλλη και από απελπισμένος απόκληρος φυγάς στα πρόθυρα του θανάτου βρέθηκε να κατέχει μαγικές δυνάμεις και ένα στρατό από φανατικούς πιστούς υπό τις προσταγές του. Εκμεταλλευόμενος την πραγματικά αξιοθαύμαστη ρητορική του δεινότητα αλλά και τις νεοαποκτηθείσες δυνάμεις του, κατόρθωσε να απωθήσει τους Charr που είχαν εισβάλλει στη Kryta και κόντευαν να την κατακτήσουν αμαχητί. Οι White Mantle του αυτοανακηρύχτηκαν κυβερνήτες της Kryta και από πολλούς χαιρετίστηκαν ως απελευθερωτές της. Ωστόσο οι White Mantle ήταν κάτι περισσότερο από ένα στρατιωτικό σώμα. Οι ‘νέοι θεοί’ που ο Saul D’Alessio κύρηττε ως τη νέα πίστη, οι “Unseen Ones” όπως τους αποκαλούσαν, αφού ποτέ δεν εμφανίζονταν οι Mursaat στον απλό λαό, απαιτούσαν τυφλή υποταγή αλλά και θυσίες – ανθρώπινες θυσίες. Οι White Mantle αποδείχτηκαν μία κάστα φανατικών που εφάρμοζαν τις ‘θεϊκές’ εντολές με το ξίφος, πνίγοντας στο αίμα τους αντιφρονούντες.

208px-EvenniaΠερίπου την ίδια εποχή (1072 ΑΕ) μία ομάδα Krytans συσπειρώθηκε γύρω από μία άλλη χαρισματική μορφή, που λεγόταν Evennia. Έχοντας δει με τα ίδια της τα μάτια τη σκληρότητα των White Mantle αλλά και την πραγματική μορφή των ψευτο-θεών τους, άρχισε να συγκεντρώνει ένα στρατό γύρω της με στόχο να ανατρέψει μια μέρα τη χούντα που δυνάστευε το λαό της Kryta. Καθώς οι αριθμοί των Shining Blade μεγάλωναν, οι αψιμαχίες μεταξύ των δύο στρατών άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη συχνότητα. Με την ενίσχυση των δυνάμεων της Evennia από πρόσφυγες της Ascalon και ήρωες που είχαν έρθει μαζί τους από τα ανατολικά, η ζυγαριά άρχισε να γέρνει προς το μέρος των Shining Blade για πρώτη φορά.

Στα χρόνια που ακολούθησαν οι Shining Blade με τη βοήθεια των συμμάχων τους σημείωναν τη μία νίκη μετά την άλλη. Μία από τις σημαντικότερες μάχες δόθηκε στο Henge of Denravi για την υπεράσπιση της asura portal που κατασκευαζόταν εκεί. Οι Mursaat αναγκάστηκαν τελικά να αποκαλύψουν το πραγματικό τους πρόσωπο και τις τρομερές δυνάμεις τους, αποδεικνύοντας έτσι ότι ήταν πλάσματα φθαρτά που μπορούσαν να ηττηθούν. Στη μεγάλη μάχη της Lion’s Arch (1079 ΑΕ) οι ενωμένες συμμαχικές δυνάμεις διέλυσαν το στρατό των White Mantle και εξολόθρευσαν τους Mursaat – μέχρι και τον τελευταίο όπως πιστεύεται, αφού κανείς δεν ξαναείδε πλάσμα της φυλής αυτής από τότε. Η πριγκήπισσα Salma, νόθα κόρη του βασιλιά της Kryta αλλά η μόνη πραγματικά άξια διάδοχος του στέμματος στα μάτια του λαού που την αγαπούσε ειλικρινά, ανεβαίνει στο θρόνο. Οι πιστοί της όλα αυτά τα χρόνια Shining Blade ορίζονται ως η προσωπική φρουρά του εκάστοτε ηγεμόνα της Kryta.


Ronan

1079 AE.

Το τέλος του εμφυλίου πολέμου βρίσκει έναν τσακισμένο από150px-Shining_Blade_warrior τις μάχες βετεράνο Shining Blade στρατιώτη καθ’οδόν για το σπίτι του. Στο σακίδιό του κουβαλάει ένα δώρο για τη κορούλα του που έχει να την δει 8 ολόκληρα χρόνια. Είναι ένας τεράστιος σπόρος, στο μέγεθος της γροθιάς του, που κατόρθωσε να τον κλέψει από μία σπηλιά μέσα στη ζούγκλα μια μέρα που είχε αποκοπεί από την ομάδα του. Μέσα στη σπηλιά αυτή υπήρχαν λοβοί γεμάτοι τέτοιους σπόρους, που φυλάσσονταν από πελώρια και τρομερά πλάσματα-φυτά. Στο μυαλό του κλωθοφέρνει την ιστορία και σκέφτεται πώς θα τη διηγηθεί στη κόρη και την αγαπημένη του γυναίκα – η εικόνα της μικρής του με τα γουρλωμένα από θαυμασμό και τρόμο ματάκια της τον έκανε να χαμογελάει ασταμάτητα. Ταξίδευε αρκετές μέρες νότια, επιλέγοντας προσεχτικά τη διαδρομή που ακολουθούσε ώστε να αποφεύγει δυσάρεστες συναντήσεις. Στα ανατολικά και νότιο-ανατολικά, από το Nebo Terrace έως και τα Kessex Hills, ο τόπος ήταν ακόμα γεμάτος από Undead. Στα δυτικά του ήταν η πυκνή Maguuma Jungle όπου μικρές ομάδες κλεφτών -πρώην μέλη των White Mantle το δίχως άλλο, που είχαν πετάξει τις στολές τους- λιμαίνονταν τους περαστικούς ταξιδιώτες. Προορισμός του ήταν ένας μικρός οικισμός ανθρώπων πάνω σε ένα νησάκι, καταμεσίς του Arbor Bay στην Tarnished Coast.

Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή καθώς άνοιγε δρόμο ανάμεσα στα Wind Riders που τριγυρνούσαν κοπάδια στα νερά της λίμνης. Κάτι όμως δεν ήταν όπως έπρεπε. Δεν υπήρχαν φώτα στα παράθυρα των σπιτιών και οι στέγες κάπνιζαν στο φως του ήλιου που έδυε πίσω από το Tarnished Haven. Πέταξε κάτω τα όπλα του και έτρεξε προς το σπίτι των δικών του. Το θέαμα που αντίκρυσε ήταν περισσότερο από όσο μπορούσε η καρδιά του να αντέξει. Τα πόδια του λύγισαν κι έπεσε στα γόνατα στο νοτισμένο από το αίμα χώμα. Έκλαψε. Έκλαψε ως το πρωί. Έκλαψε μέχρι που στράγγιξε η ψυχή του. Στη γη που εξάγνισε με τα δάκρυα της αγάπης του και της αποστροφής του για τον πόλεμο, φύτεψε το σπόρο που κουβαλούσε. Δίπλα στα σώματα των ανθρώπων που λάτρευε ως το τέλος, δίπλα στο κορμάκι της κόρης του απόθεσε το δώρο που της είχε φέρει από τόσο μακριά και το σκέπασε με το κορμί του για να το φυλάξει και να το κρατήσει ζεστό. Ο Ronan κοιμήθηκε εκεί, ευχόμενος να μη ξυπνήσει ποτέ.


Ventari

VentariΑρκετά μακριά από εκεί προς τα δυτικά, εκεί που η πυκνή βλάστηση της Maguuma Jungle έδινε τη θέση της στα χέρσα εδάφη του Dry Top και ακόμα πιο πέρα, στο Ettin’s Back, βρίσκουμε ένα μοναχικό πλάσμα. Βρέθηκε εκεί προσπαθώντας να ξεφύγει από τον πόλεμο που κατέτρεχε τόσα χρόνια το είδος του με εκείνο των δίποδων κατακτητών. Το καταφύγιο του όμως δεν είναι πια το ήρεμο μέρος που ζητούσε∙ ο πόλεμος έχει φτάσει στο κατώφλι του: λίγα μέτρα πιο πέρα ακούγονται οι κλαγγές των όπλων και οι κραυγές των θυμάτων του πολέμου που τόσο προσπαθεί να αποφύγει. Οι υπερήφανοι αλλά και πεισματάρηδες κένταυροι φίλοι του μάχονται ακατάπαυστα με τους ανθρώπους που ήρθαν από τα ανατολικά, ζητώντας κι άλλα εδάφη, κι άλλες κατακτήσεις. Τούτοι εδώ όμως είναι οι χειρότεροι όλων των προηγούμενων. Είναι ντυμένοι στα λευκά και τα σπαθιά τους έχουν πάνω τους ακόμα το ξεραμένο αίμα των συνανθρώπων τους.

Ο γερο-Ventari πήρε την απόφασή του: θα φύγει μακριά από όλους αυτούς τους φρενιασμένους διαβόλους, όσο πιο μακριά μπορεί, ελπίζοντας να βρει ένα μέρος όπου οι ήχοι του θανάτου δε θα φτάνουν στ’αφτιά του. Έχει ακούσει πως στα νότια υπάρχει μία νέα, αλλόκοτη φυλή. Έχουν, λέει, βγει στην επιφάνεια της γης από τα έγκατα της Tyria, διωγμένοι από πλάσματα φτιαγμένα από λάβα και τρόμο. Ωστόσο είναι μία θαυμαστή ράτσα, που προσαρμόστηκε γρήγορα και είχε ήδη κάνει την αφιλόξενη ζούγκλα σπίτι της, μετατρέποντας τα ερείπια ενός αρχαίου πολιτισμού σε κατοικίες και εργαστήρια για τις ανάγκες τους. Μάλιστα είχαν αρχίσει να κατασκευάζουν πύλες που σε μετέφεραν από τη μία στιγμή στην άλλη σε μέρη που ήθελες πολλά φεγγάρια γρήγορου καλπασμού για να φτάσεις. Ναι, ακουγόταν ενδιαφέρον, σαν προοπτική τουλάχιστον. Ίσως εκεί, τόσο μακριά από δίποδους και τετράποδους ανόητους, ίσως εκεί ο πόλεμος να μην είχε φτάσει. Ακόμα.

Διέσχισε το Ettin’s Back, χρησιμοποιώντας τις περιπόλους των κενταύρων ‘φίλων’ του για προστασία. Ήταν πασίγνωστος και σεβαστός ανάμεσά τους: ο σοφότερος και γεροντότερος όλων. Πλησιάζοντας το Dry Top δεν μπόρεσε να μην κοντοσταθεί για λίγο και να θαυμάσει, απορημένος είναι αλήθεια, το μέγεθος και πλήθος των κολοσσιαίων Stonewood Trees. Το δίχως άλλο, τα μαγικά νερά που έρεαν άφθονα κάτω από τα χώματα της Maguuma Jungle, έδιναν στα δέντρα αυτά τη δύναμη να αγγίξουν τον ουρανό, ακόμα και γυμνά και άκαρπα όπως ήταν. Στο κέντρο της περιοχής αυτής υπήρχε ένας κρατήρας που τράβηξε τη προσοχή του. Δεν το είχε προσέξει παλιότερα. Έμοιαζε σαν να ήταν κάποτε μία λίμνη που ξεράθηκε απότομα, όπως και όλα τα εδάφη σ’εκείνα τα μέρη. Ένας κομμένος κορμός κάποιου αρχαίου Stonewood Tree βρισκόταν στον πυθμένα της. Τον περιεργάστηκε για λίγο πριν συνεχίσει το ταξίδι του – το μέγεθός του ήταν πραγματικά εντυπωσιακό.

gw016Διέσχισε το Tangle Root περνώντας όσο πιο μακριά μπορούσε τόσο από το Henge of Denravi όσο και από το Maguuma Stade, αφού και τα δύο ήταν καταυλισμοί των ανθρώπων. Προτιμούσε να αντιμετωπίσει τους Behemoths και τα Trolls παρά να ρισκάρει τη συνάντησή του με κάποιον human. Ακόμα και τα τρομερά necromantic Scarabs ήταν προτιμότερα από τα τρελαμένα από τον πόλεμο δίποδα ‘νοήμονα όντα’! Διασχίζοντας τα βουνά, έφτασε επιτέλους σε ένα μέρος που έκανε αμέσως τη ψυχή του να γαληνέψει. Ήταν ένας μικρός κόλπος τριγυρισμένος από πυκνή βλάστηση, όχι πολύ μακριά από την πρωτεύουσα της θαυμαστής φυλής των μικρόσωμων πλασμάτων που ήθελε να γνωρίσει. Στο κέντρο αυτού του κόλπου υπήρχαν τα ερείπια ενός καταυλισμού ανθρώπων – κανένα ίχνος όμως από δαύτους. Μόνο ένα πλάσμα κατοικούσε εκεί, ανάμεσα στα συντρίμμια. Ο Ventari κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια του Ronan, με το βλέμμα που αποκτάει κανείς όταν έχουν πια ασπρίσει όλα του τα μαλλιά, και κατάλαβε ότι δε χρειαζόταν να φοβάται. Αντιθέτως, ένιωσε μία απέραντη θλίψη και η ανάγκη για συντροφιά ανάβρυσε από μέσα του όπως δεν είχε κάνει για χρόνια.

Ο κένταυρος και ο άνθρωπος έγιναν φίλοι, μια ζωντανή διαμαρτυρία για τον παραλογισμό των φυλών τους. Κάθονταν από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου στη σκιά του δέντρου που είχε φυτέψει ο Ronan και συζητούσαν. Μιλούσαν για την ειρήνη και τον πόλεμο, για τη ζωή και το θάνατο, για την ελπίδα και την απελπισία, για το δικαίωμα να επιλέγεις και να ενεργείς. Και το δέντρο τους άκουγε – και μεγάλωνε. Πολλές φορές το χάζευε ο γερο-Ventari και ρωτούσε το φίλο του γι’αυτό, όμως ο Ronan δεν μπορούσε να θυμηθεί πια που είχε βρει το σπόρο. Ή δεν ήθελε.

gw003Όπως ήταν γραφτό, μιας και οι κένταυροι ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους, ο Ronan έφυγε πρώτος. Ο Ventari έθαψε το φίλο του στη ρίζα του δέντρου που ανέτρεφαν μαζί, δίπλα στους τάφους της οικογένειάς του. Επιθυμώντας να μην χαθούν στη σκόνη του χρόνου οι αρχές που μοιράστηκαν με το φίλο του κι έφεραν κοντά δύο προαιώνιους εχθρούς, χάραξε τα επτά κύρια δόγματα σε μία πέτρινη πλάκα και την κρέμασε πάνω από τον τάφο του Ronan. Αρκετό καιρό μετά, γαλήνιος και έτοιμος, ακολούθησε το φίλο του στα Mists. Το τεράστιο δέντρο αγκάλιασε τη ταμπλέτα του Ventari και σκέπασε με τα φύλλα του τους τάφους των γονιών του. Και συνέχισε να μεγαλώνει και να απλώνει τα χέρια του στον ουρανό. Το έτος ήταν 1165 ΑΕ.


Malyck

Εκατόν εξήντα χρόνια μετά…

Το έτος είναι 1325 ΑΕ και το δέντρο έχει ήδη δώσει 450px-Malyckμυριάδες καρπούς. Αυτοί είναι νοήμονα όντα που μοιάζουν εξωτερικά τόσο με τη Μητέρα τους, το Pale Tree, όσο και με τον άνθρωπο που την ανέστησε. Ο εσωτερικός κόσμος των sylvari όμως είναι διαποτισμένος από τα δόγματα του Ventari’s Tablet. Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως σε κάθε κανόνα. Οι Soundless για παράδειγμα, δεν μπορούν να ακούσουν τη φωνή του Pale Tree μέσα τους να τους καθοδηγεί. Οι Nightmare Court απ’ την άλλη πιστεύουν ότι τα δόγματα του Ventari είναι αλυσίδες που περιορίζουν τις δυνατότητές τους και δεν τους επιτρέπουν να αναζητήσουν την πραγματική αλήθεια. Έτσι προσπαθούν να δηλητηριάσουν το δέντρο που τους γέννησε, είτε προσηλυτίζοντας τα αδέρφια τους είτε σκοτώνοντας αυτά που αρνούνται να τους ακολουθήσουν.

Έναν πολύ ιδιαίτερο sylvari έβαλαν στο μάτι τους οι Nightmare Court στις αρχές του έτους αυτού. Το όνομά του είναι Malyck και δεν έχει καμία ανάμνηση από το Όνειρο των Ονείρων με το οποίο ξυπνάνε -ή έρχονται στο κόσμο, καλύτερα- όλοι οι sylvari. Αφού τον σώζουμε από τα χέρια των διωκτών του, οι οποίοι περιέργως αναφέρονται σε αυτόν ως ‘ο Προάγγελος’ (Harbinger) , τον οδηγούμε στο The Grove ώστε να συνομιλήσει με τους πρωτότοκους sylvari. Η Caithe και ο Trahearne ακούνε προσεκτικά τα λόγια μίας οραματίστριας, η οποία λέει ότι ο Malyck γεννήθηκε από άλλο δέντρο και όχι από το Pale Tree! Φαίνεται ότι ο σπόρος που φύτεψε ο Ronan δεν ήταν ο μόνος που μεγάλωσε κι ότι υπάρχει κι άλλη γενέτειρα sylvari. Η Caithe πιστεύει ότι οι Nightmare Court θέλουν να μάθουν που βρίσκεται το δέντρο αυτό και να το διαφθείρουν με τις άνομες πράξεις τους ώστε οι sylvari που θα δώσει στο μέλλον να είναι ‘ελεύθεροι’. Καθώς το δέντρο που γέννησε τον Malyck φαίνεται να στερείται φωνής -το Όνειρο των Ονείρων- οι Nightmare Court πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να το αλλάξουν ευκολότερα.

Ο Malyck αποφασίζει να το αναζητήσει και να ξανασμίξει με τα αδέρφια του. Θα τους πει για την απειλή των Elder Dragon και για το Pale Tree και τα αδέρφια τους στα ανατολικά. Και μετά θα επιστρέψουν με στρατό για να βοηθήσουν κι εκείνοι στον πόλεμο εναντίον των Elder Dragons. Με αυτή την υπόσχεση φεύγει προς τα δυτικά, στα Magus Falls, την περιοχή που πολλά χρόνια πριν ήταν χωρισμένη στα Magus Stones και The Falls.


Brisban Wildlands

Σήμερα – 1327 ΑΕ, Season of the Phoenix.

Η Freyja σήκωσε το κεφάλι της από το βιβλίο που διάβαζε και κοίταξε κάτω χαμηλά προς το θόρυβο που της απέσπασε τη προσοχή. Άλλη μία αψιμαχία μεταξύ των ‘καλών’ sylvari Valiants και των ‘κακών’ Nightmare Courtiers λάμβανε χώρα. Τον αέρα γέμιζαν οι αγωνιώδεις εντολές της Gardener Leigheara προς τους συντρόφους της αλλά και τους περαστικούς που έτρεξαν να συνδράμουν στην προστασία του Revered Terebinth. Οι συγκρούσεις δεν ήταν κάτι άγνωστο στα Brisban Wildlands καθώς η περιοχή αποτελούσε κομβικό σταυροδρόμι φυλών και συμφερόντων. Στα ανατολικά και νοτιοανατολικά οι Nightmare Court είχαν στήσει τις βάσεις τους απ’ όπου επιτίθονταν σε sylvari και περαστικούς εξίσου. Στα νότια και νοτιοδυτικά οι αποστάτες Inquest asura, μία ανάσα μακριά από την πρωτεύουσα Rata Sum, είχαν στήσει τα εργαστήρια τους με τρανότερο όλων το Thaumacore Inquiry Center όπου μία μοναδική στο είδος της πηγή ενέργειας δονεί τον αέρα μέρα νύχτα. Τέλος, στα βόρεια και βορειοδυτικά, συμμορίες ληστών (bandits) λυμαίνονταν τα καραβάνια εμπόρων με εφαλτήριο τα, ούτε λίγο ούτε πολύ, έξι στρατόπεδά τους. Αρχηγός τους ήταν η Bandit Quartermaster Seanan, αλλά οι εντολές μάλλον έρχονταν από κάπου ψηλότερα. Το πιθανότερο είναι το αρχηγείο τους να βρισκόταν μέσα στο απόρθητο και τρομακτικά καλά φυλασσόμενο Fort Vandal στα δυτικά. Και στο μέσον όλων αυτών η “πρωτεύουσα όλου του skritt-όκοσμου” (όπως την αποκάλεσε ένα περήφανο skritt που συνάντησε στη διαδρομή της ως εδώ η Freyja), το Skrittsburgh – που ήταν και η έδρα του βασιλιά τους. Τα μικρά αυτά τρωκτικόμορφα πλασματάκια ζούσαν για να συλλέγουν λαμπερά αντικείμενα (‘shinnies’) τα οποία αποθήκευαν στις πολυάριθμες σπηλιές τους. Συχνά γίνονταν στόχος των bandits οι οποίοι χρειάζονταν τα shinnies για να χρηματοδοτήσουν τον ανεφοδιασμό τους• συχνότερος στόχος τους στην περιοχή ήταν το Plunder Hold, στα βορειοδυτικά.

Αυτό που ανησυχούσε τη Freyja περισσότερο όμως ήταν η ανίερη συμμαχία που είχαν συνάψει οι τρεις φατρίες που έλεγχαν την περιοχή. Παράλληλα, τόσο οι Seraph όσο και οι sylvari Wardens και οι asura Peacemakers που είχαν τοποθετηθεί εδώ, ήταν πολύ προβληματισμένοι και βρίσκονταν σε διαρκή συναγερμό, ερευνώντας και παρακολουθώντας, σε μια άοκνη προσπάθεια να μάθουν ποια ήταν τα σχέδια της. Οι αρχηγοί της Τριάδας συχνά περιδιάβαιναν τη περιοχή στα δυτικά, συζητώντας και επιθεωρώντας τις εγκαταστάσεις και τα στρατόπεδά τους. Ναι, τα Brisban Wildlands ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Φυσικό σύνορο μεταξύ των σημαδεμένων για πάντα από τα πρόσφατα συμβάντα του Tower of Nightmares Kessex Hills στα βόρεια, του Caledon Forest στα ανατολικά όπου οι νεόκοποι sylvari Valiants ξεκινούσαν το ταξίδι τους στο κόσμο, της πολύβουης Metrica Province στα νότια και, τέλος, του σκοτεινού και ανεξερεύνητου όγκου της Maguuma Jungle στα βόρεια και τα δυτικά, η περιοχή παλλόταν από κάτι στον αέρα – και όχι μόνο. Τα επιθανάτια λόγια της Scarlet Briar, ο υπόγειος ρόγχος του Mordremoth που αφυπνίστηκε, μα και η υπόσχεση για κάτι καλύτερο που εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Malyck, του sylvari χωρίς Όνειρο – όλα μα όλα έδειχναν ότι κάτι θα συνέβαινε βαθιά στη ζούγκλα. Και όλα θα ξεκινούσαν σύντομα, από εδώ.

Έκλεισε το βιβλίο που κρατούσε και κοίταξε τον χρυσότυπο ανάγλυφο τίτλο στο δερματόδετο εξώφυλλο: “Η Κίνηση του Κόσμου”. Ήταν ένα παμπάλαιο και υπερπολύτιμο βιβλίο που ανήκε στην πολύ πλούσια βιβλιοθήκη των Durmand Priory. Κανονικά τέτοιοι τόμοι δεν έβγαιναν εκτός των τειχών του αρχηγείου τους. Ωστόσο η Freyja δεν ήταν ένα απλό μέλος. Ήταν παρασημοφορημένη Commander της Pact, βετεράνος της μάχης με τον Zhaitan – και εξαργύρωνε την αναγνωρισιμότητα της. Έβαλε ευλαβικά το βιβλίο μέσα στο σακίδιο της και αναλογίστηκε τα επόμενα βήματά της. Είχε ήδη επισκεφτεί τη διαλυμένη Lion’s Arch και το σημείο όπου συνάδελφοί της, ερευνητές της Priory, έκαναν μέχρι πρόσφατα ανασκαφές προτού μετακινηθούν σε νέα τοποθεσία, στα δυτικά της πόλης. Είχε ακούσει κάποιες φήμες και ήθελε να διαπιστώσει ιδίοις όμασι εάν αλήθευαν. Όντως, στο σημείο αυτό είχαν τώρα εγκατασταθεί μερικοί σκαιώδεις εργάτες οι οποίοι συνέχιζαν τις εργασίες. Δεν μπόρεσε να μάθει ποιος ήταν ο υπεύθυνος εκεί – ωστόσο την περιέργειά της κέντρισε το γεγονός ότι ανάμεσα στους παρευρισκόμενους ήταν και ένα ιδιαίτερα λιγομίλητο skritt. Αξιοσημείωτο και ανεξερεύνητο επίσης γεγονός αποτελούσε η ξαφνική εμφάνιση στρατιάς από αυτά τα μικρά τρωκτικά στη σπηλιά που κάποτε αποτελούσε το κέντρο των (όχι ιδιαίτερα νόμιμων) επιχειρήσεων των πειρατών του Undermarket. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του αρχηγού των skritt, του ‘Πειρατή Βασιλιά’ Drrikk’ttikk, οι… άνθρωποί του βρήκαν τη σπηλιά άδεια μετά τις εκρήξεις και την καταστροφή οπότε εγκαταστάθηκαν αυτοί – και “έδιωξαν τους κακούς ανθρώπους όταν αυτοί επέστρεψαν”. Τα skritt αυτά θέλουν να γίνουν θαλασσοπόροι πειρατές…

Αμέσως πριν έρθει εδώ, η Freyja είχε κάνει μία στάση στο μπαράκι ‘The Dead End’ όπου οι φίλοι της την περίμεναν για να γιορτάσουν τη πτώση της Scarlet και το τέλος μιας ιδιαίτερα δύσκολης περιόδου για όλη την Tyria, που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο.

Εκεί γνωρίστηκε με την αδερφή της Jory, την Seraph Belinda Delaqua. Συζητώντας μαζί της έμαθε ότι η βασίλισσα έχει αρχίσει να ανησυχεί για την αυξανόμενη δραστηριότητα των bandits στα Brisban Wildlands αλλά και την εμφάνιση κάποιων μαυραγοριτών που ταλανίζουν το εμπόριο στη Lion’s Arch. “Την ερχόμενη εβδομάδα με στέλνουν για μεγάλο διάστημα στα Brisban Wildlands”, είχε πει. Έτσι αποφάσισε να έρθει εδώ μόνη της, νωρίτερα από την Belinda, προκειμένου να πάρει μια πρώτη γεύση από την κατάσταση. Οι αναφορές έμοιαζαν να αληθεύουν και μάλιστα, τα πράγματα έδειχναν ακόμα χειρότερα. Περίπολοι της Lionguard και ανιχνευτές των Seraph ανέφεραν ότι κάποιοι bandits -και συγκεκριμένα οι Jannaj’s Bandits– είναι γνωστός πυρήνας των White Mantle. Επιπλέον, ο Seraph Soldier Lowen αναφέρει τους Mursaat… Είναι δυνατόν αυτοί οι καταραμένοι ψευτο-θεοί να έχουν επιζήσει;

Η Freyja σηκώθηκε κι έριξε μία τελευταία ματιά πάνω από το Beldame’s Rise προς το Nemeton Grove – το Revered Terebinth είχε σωθεί για άλλη μία φορά. Έκανε μεταβολή και κατηφόρισε μέσα από τις δαιδαλώδεις στοές του Skrittsburgh Center προς την βορειοδυτική έξοδο. Επόμενη στάση της ήταν το στρατόπεδο των Seraph στη περιοχή, βόρεια της Hidden Lake. Από εκεί θα κινούνταν όλο δυτικά, μιλώντας με τους Lionguard και τους Seraph, ερευνώντας κάθε σπιθαμή εδάφους, ακούγοντας κάθε λέξη που λεγόταν ή ψιθυριζόταν, ψάχνοντας… περιμένοντας… Στα Lionshead Outcrops μία ομάδα bandit engineers επισκεύαζαν μία γέφυρα η οποία οδηγεί σε ένα πέρασμα ανάμεσα στα βουνά προς το βορρά. Ένα πέρασμα που ήταν αποκλεισμένο και ξεχασμένο εκατοντάδες χρόνια τώρα. Πού θέλουν να πάνε από εκεί; Ή, τι περιμένουν να έρθει εδώ από εκεί πέρα;

Την πρώτη μέρα της Εποχής του Scion, το έτος 1327 ΑΕ, θα βρίσκεται εκεί για να μάθει. Το βιβλίο που κουβαλούσε στο σακίδιό της θα αποκτούσε σύντομα νέα κεφάλαια.

gw1_overlay_gw2_Maguuma
απόσπασμα από τον εκπληκτικό ιστορικό χάρτη του that_shaman

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*